ΔΙΑΛΕΞΤΕ ΔΡΑΣΕΙΣ & ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Ο Κρίστοφ Ρίμπατ μιλά στην Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου!

Το Σάββατο 16 Μαρτίου στις 12:00 στον ΙΑΝΟ (Σταδίου 24) ο Γερμανός συγγραφέας Κρίστοφ Ρίμπατ μιλά για την ιστορία του εστιατορίου, μαζί με τη δημοσιογράφο Γιούλη Επτακοίλη, καλεσμένος της  θήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου του δήμου Αθηναίων. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία των Εκδόσεων της Εστίας και του Βιβλιοπωλείου IANOS. Ο Christoph Ribbat έχει γράψει το βιβλίο «Στο εστιατόριο – Μια ιστορία της γαστρονομίας μέσα από τη ματιά λογοτεχνών, ζωγράφων, κοινωνιολόγων και γαστρονόμων» που κυκλοφορεί τον Μάρτιο 2019 από τις Εκδόσεις της Εστίας σε μετάφραση Ηλία Τσιριγκάκη.

Ο συγγραφέας συλλέγει συναρπαστικές εμπειρίες από εργαζόμενους στην κουζίνα, από ιδιοφυείς σεφ, από σερβιτόρους, φιλοσόφους, καλοφαγάδες και κοινωνιολόγους, συνδέοντας τα πρώτα γκουρμέ εστιατόρια του Παρισιού με την άνοδο του φαστ-φουντ και τους πιο καινοτόμους σεφ της εποχής μας. Στην κουζίνα, στο μπαρ, στα τραπέζια, η πολυτέλεια και η σκληρή εργασία, η κομψότητα και η εκμετάλλευση, η πολιτιστική πολυμορφία και ο ρατσισμός συγκρούονται για να δημιουργήσουν τον καθρέφτη της κοινωνίας.

Ο Ρίμπατ (Christoph Ribbat) είναι καθηγητής Αμερικανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Paderborn, στη Γερμανία και ασχολείται με την πολιτισμική ιστορία, τις λογοτεχνικές σπουδές και τον πολιτισμό της εικόνας. Μεταφράζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα κι έρχεται επίσης για πρώτη φορά. Λίγο πριν έρθει, έδωσε συνέντευξη στην Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου και στην Άννα Ρούτση για το βιβλίο του, για τη γαστρονομία και τα εστιατόρια, τις κοινωνικές αδικίες και αντιφάσεις και τις τάσεις της γστρονομίας.

Έχετε γράψει βιβλία για διάφορα θέματα, όπως τις επιγραφές νέον ή το μπάσκετ, τώρα τα εστιατόρια. Πώς εξηγείται το ενδιαφέρον σας για τόσο διαφορετικά θέματα;

Μάλλον αυτό που τα συνδέει είναι η υπόθεση ότι οι άνθρωποι δεν σκέφτονται μόνο με το κεφάλι, αλλά και με το σώμα τους. Οπότε έχω περιέργεια για το πώς συμβαίνει αυτό σε πόλεις φωτισμένες με νέον, σε γήπεδα μπάσκετ, στα εστιατόρια. Και πράγματι βλέπω κάποιες συνδέσεις μεταξύ μπάσκετ και εστιατορίων. Τόσο στο γήπεδο όσο και στην κουζίνα, ταλαντούχοι άνθρωποι δουλεύουν μαζί. Δεν έχουν πολύ χώρο. Δεν έχουν πολύ χρόνο. Αλλά αν συνεργαστούν σαν μια δημιουργική ομάδα, καταφέρνουν να παράξουν κάτι αισθητικά ευχάριστο και που σου μένει. Περισσότερο από πόντους ή θερμίδες. Μόνο μη με ρωτάτε για το γαστρονομικό αντίστοιχο ενός τρίποντου ή ενός καρφιού. Δεν το έχω ακόμα σκεφτεί αναλυτικά!

Κατά τη γνώμη σας ποια είναι η σχέση μεταξύ ιστορίας και λογοτεχνίας;

Εκπαιδεύτηκα ως ιστορικός, οπότε είμαι αλλεργικός στο να φτιάχνω φανταστικές ιστορίες. Η ιστορία δεν είναι φανταστική. Συνάμα όμως δε βλέπω γιατί οι ιστορικοί πρέπει να γράφουν πάντα μ’ ένα στεγνό, αντικειμενικό τόνο. Γιατί να μη χρησιμοποιούν λογοτεχνικές τεχνικές για να εξερευνήσουν τα ιστορικά συμβάντα; Πάντα μου άρεσε να διαβάζω συγγραφείς που πειραματίζονται με αυτές τις τεχνικές, οπότε άρχισα να πειραματίζομαι κι εγώ.

Ποια ήταν η έρευνά σας προκειμένου να γράψετε το Εστιατόριο, τι αναζητούσατε και τι τελικά ανακαλύψατε ο ίδιος μέσα απ’ αυτή τη δουλειά;

Η απάντηση στην πρώτη σας ερώτηση είναι αφόρητα συμβατική! Διαβάζω βιβλία. Πολλά βιβλία! Οι μόδες των εστιατορίων έρχονται και παρέρχονται γρήγορα κι έτσι μπόρεσα να παραγγείλω από το ίντερνετ όλες τις αυτοβιογραφίες των σεφ με 2 ευρώ την καθεμία. Δε έκανα επιτόπια έρευνα, δεν πέρασα μήνες στην κουζίνα ή στο σερβίρισμα. Ίσως θα έπρεπε, αλλά όλο αυτό ξεκίνησε ως ακαδημαϊκό βιβλίο για την πνευματική ιστορία των εστιατορίων και μετά άλλαξε! Ανακάλυψα ότι η ιστορία των εστιατορίων είναι γεμάτη απ’ όλες αυτές τις απίστευτες ιστορίες, θρύλους και μύθους. Για να είμαι δίκαιος απέναντι σε αυτές τις έντονες ιστορίες, ένιωσα ότι έπρεπε να κάνω αυτό το βιβλίο πιο ευανάγνωστο, πιο προσβάσιμο. Και συνειδητοποίησα ο ίδιος ότι στο εστιατόριο συναντάς τις καλύτερες και τις χειρότερες πλευρές της μοντέρνας ζωής: απόλαυση, κοινότητα, ελευθερία, φινέτσα – αλλά και κάθε δυνατή μορφή εκμετάλλευσης. Έτσι, γράφοντας το βιβλίο νομίζω ότι δεν έμαθα μόνο για το φαγητό έξω, αλλά και για ορισμένα ουσιαστικά ζητήματα της εποχής μας.

Αυτή η ανισορροπία, η αντίφαση μεταξύ της εξωτερικής εικόνας και του τι γίνεται «πίσω από την κουρτίνα», που μερικές φορές περιγράφεται σχεδόν σαν σκλαβιά, τα βρήκατε ιδιαίτερα έντονα στην περίπτωση της γαστρονομίας; Υπάρχουν άλλες παρόμοιες καταστάσεις;

Είναι περίπου το ίδιο με τη μόδα. Ή με τα ηλεκτρονικά είδη. Φοράς ένα ωραιότατο καινούριο μπλουζάκι ή τρελαίνεσαι με το υπερσύγχρονο κινητό σου – και ποιος ξέρει τι πόνος και τι μορφές εκμετάλλευσης υπήρξαν στην παραγωγή τους. Απλά στα εστιατόρια, η σκληρή δουλειά που σου χάρισε την απόλαυσή σου, δεν έγινε σε κάποιο ορυχείο της Αφρικής ή εργοστάσιο υφασμάτων στην Καμπότζη, αλλά λίγα μόλις βήματα από σένα, τον ευρωπαίο καταναλωτή, πίσω από την πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα. Οπότε ναι, πιστεύω ότι υπάρχει μια έντονη σχέση μεταξύ απόλαυσης και σκληρής δουλειάς. Δε λέω ότι όλα τα εστιατόρια εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενούς τους. Θα ήταν ανόητο. Αλλά αυτή η σχέση μεταξύ της μπροστινής και της πίσω πλευράς του εστιατορίου, πράγματι δείχνει κάτι για τον τρόπο που λειτουργούν οι καπιταλιστικές κοινωνίες.

Σ’ εσάς προσωπικά αρέσει η γαστρονομία, τα εστιατόρια;

Συχνά μου κάνουν αυτή την ερώτηση, επειδή το βιβλίο μιλά αρκετά για την άσχημη πλευρά των εστιατορίων. Λατρεύω να τρώω έξω. Εντελώς! Αν μπορούσα να το κάνω κάθε μέρα, κάθε βράδυ, αν ήταν δυνατόν! Εμπιστεύομαι τα εστιατόρια και ποτέ δεν διαμαρτύρομαι. Και ελπίζω ότι κάποιες ιστορίες στο βιβλίο αποτυπώνουν αυτή την αγάπη μου για το φαγητό, τους σερβιτόρους και σερβιτόρες ή τους σεφ, γιατί αυτή ήταν η πρόθεσή μου. Αλλά επειδή ακριβώς πιστεύω ότι το να τρως έξω είναι πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μας, δεν είναι αρκετό να αποθεώνω απλώς τα εστιατόρια. Αυτό θα ήταν διαφήμιση, όχι ιστορία.

Μπορούμε να μιλάμε για τάσεις στη γαστρονομία, και ποιες; Πώς εξελίχθηκαν μέσα στο χρόνο και πώς αντανακλούν τις εκάστοτε κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες;

Δύσκολη ερώτηση. Νομίζω ότι αυτό τον καιρό όλοι λατρεύουν την τοπική κουζίνα. Βότανα που μαζεύτηκαν λίγα μόλις χιλιόμετρα από το εστιατόριο. Ψάρια που μιλούν την τοπική διάλεκτο. Σούπες από φύλλα δέντρων που φύτεψε η γιαγιά του σεφ. Εν πολλοίς αυτό είναι μια θαυμάσια και απαραίτητη αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση και τυποποίηση, όπως ίσως η νουβέλ κουζίνα των 70’s αντέδρασε στον αλόγιστο μεταπολεμικό καταναλωτισμό της δυτικής Ευρώπης πριν από δεκαετίες. Προσωπικά εύχομαι η επόμενη τάση να λειτουργήσει ως αντιστάθμισμα στη σύγχρονη εμμονή με την τοπική κουζίνα. Λατρεύω πχ τη μεξικάνικη κουζίνα, οπότε θα ήθελα να τη δω ν’ απογειώνεται. Δεν πρόκειται να ησυχάσω, ώσπου όλα τα εστιατόρια του Βερολίνου, όπου μένω, να είναι είτε μεξικάνικα είτε ελληνικά!

Έχετε γαστρονομικές εμπειρίες από ελληνική κουζίνα;

Ζούσα με την οικογένειά μου στην Ελβετία για λίγα χρόνια. Με δυο φασαριόζικα παιδιά και λίγα χρήματα, τα ελβετικά εστιατόρια δεν ήταν για μας. Οπότε παίρναμε το αυτοκίνητο, περνούσαμε τα σύνορα και πηγαίναμε σ’ ένα ελληνικό εστιατόριο στο κέντρο της πλησιέστερης γερμανικής πόλης. Και περνούσαμε τόσο ωραία εκείνα τα βράδια! Υπάρχει αυτή η ενέργεια στα ελληνικά εστιατόρια της Γερμανίας που σε κάνει να νιώθεις σαν σε μια ζεστή αγκαλιά (ίσως και τα κεράσματα του ούζου να παίζουν κι αυτά το ρόλο τους!). Και δεν το λέω μόνο εγώ. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί Γερμανοί συμφωνούν ότι τα ελληνικά εστιατόρια στη Γερμανία ενσαρκώνουν την ιδέα μας για το σπίτι, το οικείο. Ο ελληνογερμανός δημοσιογράφος Αλέξανδρος Στεφανίδης, του οποίου οι γονείς έχουν ένα ελληνικό εστιατόριο στη Γερμανία, έγραψε ένα υπέροχο βιβλίο για την ελληνική γαστρονομία (Beim Griechen, Στου Έλληνα), που συστήνω ανεπιφύλακτα!

Έχετε ξαναέρθει στην Ελλάδα; Πώς νιώθετε που έρχεστε τώρα στην Αθήνα με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Πρωτεύουσας Βιβλίου;

Δεν έχω έρθει ποτέ πριν στην Ελλάδα. Είμαι ενθουσιασμένος που θα έρθω τώρα!

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ
ΏΡΑ
ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ